<
< 3LTEMSQ5');

Ο εμβολιασμός αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της Ιατρικής και της Δημόσιας Υγείας. Για πολλές δεκαετίες, ωστόσο, η έννοια του εμβολιασμού ταυτίστηκε σχεδόν αποκλειστικά με την παιδική ηλικία. Τα οργανωμένα εθνικά προγράμματα εμβολιασμού επικεντρώθηκαν κυρίως στα βρέφη και στα παιδιά, με εντυπωσιακά αποτελέσματα στη μείωση της νοσηρότητας, της αναπηρίας και της θνητότητας.

Σήμερα γνωρίζουμε ότι αυτή η προσέγγιση, αν και απολύτως επιτυχημένη, δεν είναι πλέον επαρκής. Η προστασία που προσφέρουν ορισμένα εμβόλια μπορεί να εξασθενήσει με τον χρόνο, νέοι λοιμώδεις κίνδυνοι εμφανίζονται, το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται και ο αριθμός των ανθρώπων που ζουν με χρόνια νοσήματα είναι μεγαλύτερος από ποτέ.

Για τον λόγο αυτό, η σύγχρονη πρόληψη στηρίζεται στην έννοια του εμβολιασμού σε όλη τη διάρκεια της ζωής – life–course immunization. Πρόκειται για μια οργανωμένη στρατηγική που αρχίζει από τη βρεφική ηλικία, συνεχίζεται στην παιδική και εφηβική περίοδο και επεκτείνεται στην εγκυμοσύνη, στην ενήλικη ζωή και στην τρίτη ηλικία.

Μια διαχρονική επένδυση στην υγεία

Η συμβολή των εμβολίων στην ανθρώπινη επιβίωση είναι εντυπωσιακή. Σύμφωνα με διεθνείς εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν στη διάλεξη, τα παιδικά εμβόλια κατά της ιλαράς, του τετάνου, του κοκκύτη, της φυματίωσης και άλλων λοιμώξεων έχουν σώσει περισσότερες από 154 εκατομμύρια ζωές κατά τα τελευταία 50 χρόνια.

Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του οφέλους αποδίδεται στην πρόληψη της ιλαράς, ενώ σημαντική είναι και η συμβολή των εμβολίων κατά του τετάνου, του κοκκύτη, της φυματίωσης, του αιμόφιλου της ινφλουέντσας τύπου b, του πνευμονιοκόκκου και της πολιομυελίτιδας.

Η επιτυχία των παιδικών προγραμμάτων οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην οργανωμένη δομή τους:

  • σαφή εμβολιαστικά χρονοδιαγράμματα,
  • συστηματική παρακολούθηση από παιδιάτρους και οικογενειακούς ιατρούς,
  • τακτικές επισκέψεις προληπτικού ελέγχου,
  • μηχανισμούς υπενθύμισης,
  • σχολικές υπηρεσίες υγείας,
  • κρατική χρηματοδότηση και
  • καταγραφή των χορηγούμενων εμβολίων.

Αντίθετα, ο εμβολιασμός των ενηλίκων και των ηλικιωμένων παραμένει σε πολλές χώρες αποσπασματικός. Η ευθύνη κατανέμεται μεταξύ προσωπικών ιατρών, παθολόγων, πνευμονολόγων, γηριάτρων, φαρμακοποιών και επαγγελματιών υγείας στον χώρο εργασίας, χωρίς πάντοτε να υπάρχει ενιαίο σύστημα υπενθύμισης και καταγραφής.

Τι σημαίνει εμβολιασμός σε όλη τη διάρκεια της ζωής;

Η ανάγκη εμβολιασμού μεταβάλλεται ανάλογα με την ηλικία, την κατάσταση της υγείας, την εργασία, τον τρόπο ζωής, την εγκυμοσύνη, τα ταξίδια και το ατομικό ιστορικό.

Βρεφική και παιδική ηλικία

Στα βρέφη και στα παιδιά τίθενται τα θεμέλια της μακροχρόνιας προστασίας. Χορηγούνται εμβόλια κατά σοβαρών νοσημάτων όπως η διφθερίτιδα, ο τέτανος, ο κοκκύτης, η πολιομυελίτιδα, η ηπατίτιδα Β, η νόσος από αιμόφιλο τύπου b, η πνευμονιοκοκκική και η μηνιγγιτιδοκοκκική νόσος, η ιλαρά, η παρωτίτιδα, η ερυθρά, η ανεμευλογιά και η γαστρεντερίτιδα από ροταϊό.

Η έγκαιρη έναρξη και η ολοκλήρωση του αρχικού σχήματος έχουν ιδιαίτερη σημασία, επειδή ορισμένα από τα νοσήματα αυτά είναι σοβαρότερα κατά τους πρώτους μήνες και τα πρώτα χρόνια της ζωής.

Εφηβική ηλικία

Η εφηβεία αποτελεί σημαντική ευκαιρία για:

  • αναμνηστικές δόσεις,
  • συμπλήρωση εμβολίων που παραλείφθηκαν,
  • εμβολιασμό έναντι του HPV,
  • ενίσχυση της προστασίας έναντι του κοκκύτη, της διφθερίτιδας και του τετάνου,
  • εμβολιασμό έναντι της μηνιγγιτιδοκοκκικής νόσου, ανάλογα με το εθνικό πρόγραμμα και τους ατομικούς παράγοντες κινδύνου.

Ο εμβολιασμός κατά του HPV είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα εμβολίου που χορηγείται στην εφηβεία, αλλά το όφελός του εκτείνεται για δεκαετίες, επειδή προλαμβάνει προκαρκινικές αλλοιώσεις και μορφές καρκίνου που εκδηλώνονται αργότερα στη ζωή.

Εγκυμοσύνη

Ο εμβολιασμός της εγκύου έχει διπλό όφελος: προστατεύει την ίδια και, μέσω της μεταφοράς μητρικών αντισωμάτων, προσφέρει παθητική προστασία στο νεογνό κατά τους πρώτους μήνες της ζωής του.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν, ανάλογα με τις ισχύουσες εθνικές συστάσεις:

  • το εμβόλιο κατά της γρίπης,
  • το εμβόλιο έναντι τετάνου–διφθερίτιδας–κοκκύτη,
  • ο εμβολιασμός κατά της COVID-19,
  • και, όπου προβλέπεται, ο εμβολιασμός έναντι του RSV.

Η εγκυμοσύνη επομένως δεν αποτελεί περίοδο αποχής από όλα τα εμβόλια. Αντίθετα, ορισμένοι εμβολιασμοί είναι ειδικά σχεδιασμένοι ώστε να προστατεύουν τη μητέρα και το βρέφος.

Ενήλικη ζωή

Στην ενήλικη ζωή χρειάζεται να ελέγχεται αν έχουν ολοκληρωθεί τα βασικά εμβόλια, αν απαιτούνται αναμνηστικές δόσεις και αν υπάρχουν ειδικές ενδείξεις λόγω επαγγέλματος, ταξιδιού, χρόνιου νοσήματος ή ανοσοκαταστολής.

Η ανάγκη εμβολιασμού μπορεί να διαφοροποιείται σημαντικά σε άτομα με:

  • καρδιοπάθεια ή χρόνια πνευμονοπάθεια,
  • σακχαρώδη διαβήτη,
  • χρόνια νεφρική ή ηπατική νόσο,
  • ασπληνία,
  • ανοσοκαταστολή,
  • κακοήθεια,
  • μεταμόσχευση,
  • HIV λοίμωξη ή
  • θεραπεία με ανοσοτροποποιητικά φάρμακα.

Μεγαλύτεροι ενήλικες

Με την αύξηση της ηλικίας αυξάνεται η ευπάθεια στις λοιμώξεις και στις επιπλοκές τους. Στα βασικά εμβόλια που απασχολούν τα σύγχρονα προγράμματα ενηλίκων και ηλικιωμένων περιλαμβάνονται εκείνα κατά του/της:

  • εποχικής γρίπης,
  • πνευμονιοκοκκικής νόσου,
  • COVID-19,
  • έρπητα ζωστήρα,
  • RSV,
  • τετάνου, διφθερίτιδας, κοκκύτη.

Παράλληλα, πρέπει να εξετάζεται η ανάγκη αναπλήρωσης εμβολίων που δεν χορηγήθηκαν σε μικρότερη ηλικία.

Οι ακριβείς ηλικίες, τα μεσοδιαστήματα και οι ενδείξεις δεν είναι ίδια σε όλες τις χώρες και αναθεωρούνται ανάλογα με τα νεότερα επιστημονικά δεδομένα. Για τον λόγο αυτό, κάθε άτομο πρέπει να ακολουθεί το επίσημο εθνικό πρόγραμμα και τις εξατομικευμένες συστάσεις του θεράποντος ιατρού.

Γιατί ο εμβολιασμός των μεγαλύτερων ηλικιών αποκτά ιδιαίτερη σημασία;

Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες γηράσκουν. Το 2018 ζούσαν στις τότε 28 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης περίπου 101,1 εκατομμύρια άνθρωποι ηλικίας 65 ετών και άνω, που αντιστοιχούσαν στο 19,7% του πληθυσμού. Για το 2050 προβλέπεται ότι ο αριθμός αυτός θα φθάσει περίπου τα 149,2 εκατομμύρια, δηλαδή το 28,5% του πληθυσμού.

Η ηλικιακή αυτή μεταβολή σημαίνει ότι ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας θα είναι περισσότερο ευάλωτο στις λοιμώξεις και στις επιπλοκές τους. Παράλληλα, οι λοιμώξεις στους ηλικιωμένους μπορούν να οδηγήσουν σε:

  • νοσηλεία και εισαγωγή σε μονάδα εντατικής θεραπείας,
  • απορρύθμιση χρόνιων παθήσεων,
  • καρδιαγγειακές επιπλοκές,
  • λειτουργική έκπτωση,
  • απώλεια αυτονομίας και
  • αυξημένη θνητότητα.

Επομένως, ο εμβολιασμός δεν αποσκοπεί μόνο στην αποφυγή μιας οξείας λοίμωξης. Συμβάλλει στη διατήρηση της λειτουργικότητας, της ανεξαρτησίας και της ποιότητας ζωής.

Η ανοσολογική ηλικία δεν ταυτίζεται πάντοτε με τη χρονολογική

Με την πάροδο του χρόνου το ανοσοποιητικό σύστημα μεταβάλλεται. Η διεργασία αυτή, γνωστή ως ανοσογήρανση, μπορεί να μειώσει την ικανότητα του οργανισμού να ανταποκρίνεται αποτελεσματικά στις λοιμώξεις και, σε ορισμένες περιπτώσεις, στον εμβολιασμό.

Ωστόσο, δύο άνθρωποι της ίδιας χρονολογικής ηλικίας δεν έχουν κατ’ ανάγκη την ίδια ανοσολογική κατάσταση. Στην «ανοσολογική ηλικία» συμβάλλουν:

  • η διατροφή,
  • η σωματική άσκηση,
  • τα χρόνια νοσήματα,
  • οι χορηγούμενες θεραπείες,
  • οι γενετικοί παράγοντες,
  • το περιβάλλον και
  • οι μακροχρόνιες συνήθειες ζωής.

Για τον λόγο αυτό, η αξιολόγηση του εμβολιασμού δεν πρέπει να γίνεται αποκλειστικά βάσει της ημερομηνίας γέννησης. Χρειάζεται να λαμβάνονται υπόψη το συνολικό προφίλ υγείας, οι προηγούμενοι εμβολιασμοί και οι ιδιαίτεροι παράγοντες κινδύνου.

Μεγάλα κενά μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών

Παρά τη διαθεσιμότητα αποτελεσματικών εμβολίων, τα ευρωπαϊκά προγράμματα ενηλίκων παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές.

Στα δεδομένα που παρουσιάστηκαν από 53 χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας:

  • το 92% ανέφερε πολιτική εποχικού εμβολιασμού κατά της γρίπης για μεγαλύτερους ενήλικες,
  • το 94% πολιτική εμβολιασμού κατά της COVID-19,
  • μόνο το 30% αντίστοιχη πολιτική για την πνευμονιοκοκκική νόσο,
  • το 13% για τον έρπητα ζωστήρα και
  • μόλις το 9% για τον RSV.

Ακόμη και όταν υπάρχει επίσημη σύσταση, αυτό δεν σημαίνει ότι επιτυγχάνεται ικανοποιητική κάλυψη. Τα ποσοστά αντιγριπικού εμβολιασμού των ηλικιωμένων διαφέρουν θεαματικά μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, γεγονός που υποδεικνύει ανισότητες στην πρόσβαση, στην ενημέρωση και στην οργάνωση των υπηρεσιών.

Επιπλέον, οι χώρες χρησιμοποιούν διαφορετικά ηλικιακά όρια και διαφορετικά εμβολιαστικά σχήματα. Μεγαλύτερη σύγκλιση των πολιτικών θα μπορούσε να διευκολύνει τους πολίτες και τους επαγγελματίες υγείας, ιδιαίτερα σε μια Ευρώπη με αυξημένη κινητικότητα του πληθυσμού.

Γιατί παραμένει χαμηλή η εμβολιαστική κάλυψη των ενηλίκων;

Τα κυριότερα εμπόδια είναι:

  1. Η αντίληψη ότι τα εμβόλια αφορούν κυρίως τα παιδιά.
  2. Η απουσία τακτικής επίσκεψης πρόληψης για πολλούς ενήλικες.
  3. Ο κατακερματισμός της φροντίδας μεταξύ διαφορετικών ειδικοτήτων.
  4. Τα ελλιπή ή μη διασυνδεδεμένα ηλεκτρονικά μητρώα.
  5. Η ανεπαρκής ενημέρωση των πολιτών και ορισμένων επαγγελματιών υγείας.
  6. Οι διαφορετικές συστάσεις μεταξύ χωρών.
  7. Το άμεσο οικονομικό κόστος για εμβόλια που δεν αποζημιώνονται.
  8. Οι χαμένες ευκαιρίες κατά τις συνήθεις επισκέψεις στις υπηρεσίες υγείας.

Η ύπαρξη αποτελεσματικού εμβολίου δεν αρκεί. Χρειάζονται οργανωμένες υποδομές ώστε το εμβόλιο να φθάνει έγκαιρα στον άνθρωπο που το χρειάζεται.

Ο ρόλος του παιδιάτρου

Η προσέγγιση του εμβολιασμού σε όλη τη διάρκεια της ζωής αφορά άμεσα και τον παιδίατρο. Ο παιδίατρος δεν φροντίζει μόνο το παιδί, αλλά έρχεται σε επαφή με ολόκληρη την οικογένεια.

Κατά την παιδιατρική επίσκεψη μπορεί να υπενθυμίσει:

  • τον εμβολιασμό της εγκύου,
  • την ανάγκη εμβολιασμού γονέων και φροντιστών,
  • την προστασία παππούδων και γιαγιάδων,
  • την αναπλήρωση παραλειπόμενων εμβολίων στους εφήβους,
  • τη σημασία του αντιγριπικού εμβολιασμού και
  • την ιδιαίτερη προστασία που χρειάζονται τα ευάλωτα μέλη της οικογένειας.

Με αυτόν τον τρόπο, η παιδιατρική πράξη μπορεί να λειτουργήσει ως αφετηρία για την προστασία ολόκληρου του οικογενειακού περιβάλλοντος.

Τα εμβόλια ως κοινωνική και οικονομική επένδυση

Ο εμβολιασμός δεν προσφέρει όφελος μόνο στο άτομο που εμβολιάζεται. Μειώνει τη μετάδοση, περιορίζει τις νοσηλείες, αποτρέπει την απορρύθμιση χρόνιων νοσημάτων, προστατεύει τη λειτουργικότητα και μειώνει την απουσία από την εργασία και την ανάγκη φροντίδας από συγγενείς.

Οικονομικά μοντέλα που παρουσιάστηκαν στη διάλεξη υποδεικνύουν ότι τα προγράμματα εμβολιασμού ενηλίκων μπορούν να επιστρέψουν πολλαπλάσια της αρχικής επένδυσης, όταν συνυπολογισθούν τα οφέλη για:

  • την υγεία του πληθυσμού,
  • το σύστημα υγείας και
  • την οικονομία και την ευρύτερη κοινωνία.

Σε συγκεκριμένη ανάλυση, η συνολική κοινωνικοοικονομική απόδοση υπολογίστηκε έως και σε 19 φορές την αρχική επένδυση, όταν αποτιμήθηκαν όχι μόνο οι άμεσες ιατρικές δαπάνες αλλά και τα ευρύτερα κοινωνικά οφέλη. Πρόκειται για οικονομικό μοντέλο και όχι για αποτέλεσμα που μπορεί να εφαρμοστεί αυτούσιο σε κάθε χώρα, καταδεικνύει όμως την ευρύτερη αξία της πρόληψης.

Ποια πρέπει να είναι τα επόμενα βήματα;

Η μετάβαση σε πραγματικό εμβολιασμό σε όλη τη διάρκεια της ζωής απαιτεί:

  • ενιαίο και σαφές εθνικό πρόγραμμα για όλες τις ηλικίες,
  • αξιοποίηση του επιτυχημένου παιδιατρικού μοντέλου,
  • αυτόματες προσκλήσεις και υπενθυμίσεις,
  • συστηματικό έλεγχο του εμβολιαστικού ιστορικού σε κάθε επαφή με τις υπηρεσίες υγείας,
  • συνεχή εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας,
  • δημόσια χρηματοδότηση των συνιστώμενων εμβολίων,
  • περιορισμό των ανισοτήτων πρόσβασης,
  • ολοκληρωμένα ηλεκτρονικά μητρώα και
  • αξιόπιστη επιδημιολογική επιτήρηση και μέτρηση της εμβολιαστικής κάλυψης.

Κάθε επίσκεψη σε γιατρό, νοσοκομείο, φαρμακείο ή άλλη υπηρεσία υγείας μπορεί να αποτελεί ευκαιρία ελέγχου και επικαιροποίησης του εμβολιασμού.

Συμπέρασμα

Ο εμβολιασμός δεν ολοκληρώνεται όταν τελειώσει η παιδική ηλικία. Είναι μια διαρκής διαδικασία πρόληψης που προσαρμόζεται στις ανάγκες κάθε σταδίου της ζωής.

Η επένδυση στον εμβολιασμό των παιδιών πρέπει να συνεχίζεται στην εφηβεία, στην εγκυμοσύνη, στην ενήλικη ζωή και στην τρίτη ηλικία. Με αυτόν τον τρόπο προστατεύεται όχι μόνο το άτομο, αλλά και η οικογένεια, το σύστημα υγείας και ολόκληρη η κοινωνία.

Η βασική αρχή είναι απλή: κανένας άνθρωπος δεν είναι πολύ μεγάλος για να ωφεληθεί από την πρόληψη. Ο εμβολιασμός πρέπει να αναγνωρίζεται ως ουσιώδης επένδυση στην υγιή γήρανση και όχι ως προαιρετικό συμπλήρωμα της θεραπείας.

Το κείμενο βασίστηκε στην παρουσίαση “Life–course Immunization” του Καθηγητή Pierre Van Damme, MD, PhD, University of Antwerp – Centre for the Evaluation of Vaccination/Vaccinopolis και συμπροέδρου του Adult Immunization Board, η οποία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του συνεδρίου Protect & Prevent – A Summit on Vaccination, Infectious Diseases and Public Health, στη Βιέννη, στις 18–19 Σεπτεμβρίου 2026.

Μιχάλης Ιασονίδης
Σπύρος Πίπης
Μιχάλης Αναστασιάδης